ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ


αγγειακός vascular
αγγείο vessel, vas
αγγειογραφία angiography
αγγειοδιασταλτικός vasodilator
αγγειοδιαστολή vasodilation
αγγειοδυσπλασία angiodysplasia
αγγειοϊνωμα angiofibroma
αγγειοπλαστική angioplasty
αγγειοσύσπαση vasoconstriction
αγγειοτενσίνη angiotensin
άγκιστρο clasp, hook
αγκυλόστομα hookworm
αγκύλωση ankylosis
αγκώνας elbow, cubitus
αγχολυτικός antianxiety
άγχος anxiety
αγωγή conduction
αγωγή medication
αδαμαντίνη enamel
αδεναλγία adenalgia
αδένας gland
αδενάση adenase
αδενίνη adenine
αδένιο glandule
αδενογραφία adenography
αδενοειδής adenoid
αδενοπάθεια adenopathy
αδενοσίνη adenosine
αδιάλυτος insoluble
αδιαπέραστος impermeable
αδιαφανής opaque
αδράνεια inertia
αδρανής inert
αδρανοποίηση inactivation
αδρεναλίνη adrenalin
αδυναμία debility
αεραγωγός airway
αέρας air
αέριο gas
αερισμός ventilation
αερόβιος aerobe
αεροβίωση aerobiosis
αερόφιλος aerophilic
άζωτο nitrogen
αζωτούχος nitrogenous
αθεράπευτος incurable
αθηρογένεση atherogenesis
αθηροσκλήρωση atherosclerosis
αθήρωμα atheroma
αθηρωμάτωση atheromatosis
αθλητιατρική sports medicine
αιδοίο pudendum, vulva
αιδοιοκολπικός vulvovaginal
αιθανόλη ethanol
αιθέρας ether
αιθυλένιο ethylene
αίμα blood
αιμαγγείωμα hemangioma
αιματέμεση hematemesis
αιματηρός sanguineous
αιματικός sanguineous
αιματίνη hematin
αιματινουρία hematinuria
αιματοκρίτης hematocrit
αιματολογία hematology
αιματουρία hematuria
αιμάτωμα hematoma
αιμοδιήθηση hemofiltration
αιμοδυναμική hemodynamics
αιμοθώρακας hemothorax
αιμοκάθαρση hemodialysis
αιμόλυση hemolysis
αιμομιξία incest
αιμοπαθολογία hematopathology
αιμοπετάλιο platelet
αιμοπρωτείνη hemoprotein
αιμόπτυση hemoptysis
αιμορραγία hemorrhage
αιμορροίδα hemorrhoid
αιμορροϊδεκτομή hemorrhoidectomy
αιμορροφιλία hemophilia
αιμορροφιλικός hemophilic
αιμόσταση hemostasis
αιμοσυγκόλληση hemagglutination
αιμοσφαιρίνη hemoglobin
αιμοτοξίνη hemotoxin
αιμοφιλία hemophilia
αιμοφιλικός hemophilic
αιμόφυρτος sanguinolent
αίσθηση sense, sensation
αισθητήριος sensory
αισθητική esthetics
αισθητικός sensory
αισθητικότητα sensibility
αισθητός sensible
αιτιολογία etiology
αιχμή spike
ακαμψία rigor
άκανθα spine
άκαρι acari
ακεταλδεύδη acetaldehyde
ακεταμινοφαίνη acetaminophen
ακετόνη acetone
ακινησία akinesia, standstill
ακινητοποίηση immobilization
ακμή acne
ακοομετρία audiometry
ακόρεστος unsaturated
ακουστική acoustics
ακουστικός acoustic
ακράτεια incontinence
ακρόαση auscultation
ακροδυνία acrodynia
ακρολοφία crest
ακραποσθία prepuce
ακρωτηριασμός amputation
ακρωτήριο promontory
ακτίνα ray
ακτινοβολία radiation
ακτινοβολώ irradiate
ακτινογράφημα radiograph
ακτινογράφηση radiography
ακτινογραφία radiograph
ακτινοδιάγνωση radiodiagnosis
ακτινοδιαπερατός radiolucent
ακτινοδιαφανής radiotransparent
ακτινοθεραπεία radiotherapy
ακτινολογία radiology
ακτινολόγος radiologist
ακτινοσκόπηση radioscopy
ακτινοσκόπιο fluoroscope
ακτινωτός radial
ακυτταρικός acellular
αλαλία mutism
άλας salt
άλγη algae
άλγος pain
αλκαλικός alkaline
αλκαλιουρία alkalinuria
αλκαλοειδές alkaloid
αλκάλωση alkalosis
αλκοόλ alcohol
αλκοόλη alcohol
αλκοολισμός alcoholism
αλλαντίαση botulism
αλλεργία allergy
αλλεργιογόνο allergen
αλληλεπίδραση interaction
άλμα saltation
αλογόνο halogen
αλοιφή ointment
αλυσίδα chain
αλωπεκία alopecia
αμάλγαμα amalgam
αμβλύς dull
αμβλύτητα dulness
άμβλωση criminal abortion
άμελξη milking
αμινοξύ amino acid
άμμος sand
αμμωνία ammonia
αμνησία amnesia
άμνιο amnion
αμνιοκέντηση amniocentesis
αμοιβάδα ameba
αμοιβάδωση amebiasis
αμπικιλλίνη ampicillin
αμυγδαλεκτομή tonsillectomy
αμυγδαλή tonsil
αμυγδαλίτις tonsillitis
αμυλάση amylase
άμυλο starcth
αμυλοειδές amyloid
άμυνα defense
αμφεταμίνη amphetamine
αμφημερινός quotidian
Αμφίβια Amphibia
αμφιβληστροειδής retina
αμφιγοναδισμός amphigonadism
αμφιδέξιος ambidextrous
αμφιθαλής sibling
αμφίκοιλος biconcave
αμφίκυρτος biconvex
αμφιφυλόφιλος bisexual
αμφοτερόπλευρος ambilateral
αναβολέας stapes
αναβολεκτομή stapedectomy
αναβολισμός anabolism
ανάγγειος avascular
αναγέννηση regeneration
αναγνώριση recognition
ανάγνωση reading
ανάγω reduce
αναγωγή reduction
αναδιπλασιασμός reduplication
αναδίπλωση replication
ανάδρομος retrograde
αναερόβιος anaerobe
αναζωογόνηση resuscitation
αναιμία anemia
αναισθησία anesthesia
αναισθησιολογία anesthesiology
αναισθητικό anesthetic
αναισθητικός anesthetic
αναίσθητος unconscious
αναλγησία analgesia
αναλγητικός analgesic
αναληπτικό analeptic
αναλογία ratio
ανάλογος analogous
ανάλυση analysis
αναμίξιμος miscible
ανάμνηση anamnesis
αναμόλυνση reinfection
ανανεώνω refresh
αναπαραγωγή reproduction
ανάπαυση rest
αναπήδηση saltation
αναπηρία disability
αναπνευστήρας respirator
αναπνευστικός respiratory
αναπνοή respiration
ανάπτυξη development
άναρθρος inarticulate
ανάρθρωτος inarticulate
ανάρροια regurgitation
αναρρόφηση aspiration, suction
ανάρρωση convaIescence
αναστολέας blocker, inhibitor
αναστολή inhibition
αναστόμωση anastomosis
ανάταξη reduction
ανατέμνω dissect
ανατολή eruption
ανατομή dissection
ανατομία anatomy
ανάτρηση trephination
ανατροφοδότηση feedback
ανάφαση anaphase
αναφυλαξία anaphylaxis
ανδρείκελο manikin
ανδρογόνο androgen
ανεγχείρητος inoperable
ανεμευλογιά chickenpox, varicella
ανεπάρκεια deficiency
ανεπαρκής incompetent
ανεργία anergy
ανεύρυσμα aneurysm
ανθελμινθικός anthelmintic
άνθρακας carbon
ανθρακικό οξύ carbonic acid
ανθρακικός carbonate
ανθρωποειδής anthropoid
ανθρωποκεντρικός anthropocentric
ανθρωπολογία anthropology
ανίατος incurable
ανικανότητα impotence
ανισορροπία imbalance
ανιχνευτής detector
άνοια dementia
άνοιγμα aperture
ανοξία anoxia
ανόργανο οξύ inorganic acid
ανόργανος inorganic
ανορεκτικός anorectic
ανορεξία anorexia
ανόρθωση erection
ανοσία immunity
ανοσοανεπάρκεια immunodeficiency
ανοσοβιολογία immunobiology
ανοσογόνο immunogen
ανοσοκύτταρο immunocyte
ανοσολογία immunology
ανοσοποίηση immunization
άνοσος immune
ανοχή tolerance
ανταγωνισμός rivalry
ανταγωνιστής antagonist
ανταλλαγή exchange
αντανακλαστικό reflex
αντένδειξη contraindication
αντήχηση resonance
αντιαγχώδης antianxiety
αντιβηχικός antitussive
αντιβιοτικό antibiotic
αντιβίωση antibiosis
αvτιγόνο antigen
αντιγραφή replication
αντιδιουρητικός antidiuretic
αντίδοτο antidote
αντίδραση reaction
αντιϊσταμινικό antihistamine
αντικαταθλιπτικός antidepressant
αντικατάσταση substitution
αντικειμενικός objective
αντικνησμώδης antipruritic
αντικοινωνικός antisocial
αντιληπτός sensible
αντίληψη perception
αντιλοιμώδης anti-infective
αντιοξειδωτικός antioxidant
αντιόξινος antacid
αντιπηκτικός anticoagulant
αντιπυρετικός antipyretic
αντισηπτικός antiseptic
αντισπασμωδικός anticonvulsive
αντίσταση resistance
αντιστοιχία correspondence
αντιστροφή reversion, inversion
αντισυγκολλητίνη antiagglutinin
αντισυλληπτικός contraceptive
αντίσωμα antibody
αντιτοξίνη antitoxin
αντιφλεγμονώδης anti-inflammatory
αντίχειρας pollex, thumb
αντλία pump
αντοχή resistance
άνω γνάθος maxilla
ανώδυνος painless
ανωμαλία anomaly
ανώνυμος innominate
άξονας axis
αορτή aorta
απάγω abduct
απάθεια apathy
απάντηση response
απαρτίωση integration
απασβέστωση decalcification
απεγκεφαλίζω decerebrate
απεικόνιση imaging
απεκκρίματα excreta
απέκκριση discharge, excretion
απευαισθητοποίηση desensitization
απευθυσμένο rectum
απεχθής aversive
απεψία indigestion
απινιδισμός defibrillation
άπνοια apnea
απόβαρο tare
αποβολή miscarriage
απόδοση output
αποικία colony
αποκάλυψη expοsure
αποκατάσταση rehabilitation
αποκεφαλισμός decapitation
απόκλιση deviation
αποκόλληση detachment
απολύμανση disinfection
απολυμαντικός disinfectant
απομακρυσμένος distal
απομόνωση isolation
απόξεση abrasion
απόρριψη rejection
απορρόφηση absorption
απορροφητικός absorbent
απορροφώ absorb
απορρυπαντικός detergent
αποσμητικός deodorant
απόσπαση detachment
απόσταξη distillation
απόσταση distance
απόστημα abscess
αποσυμπίεση decompression
αποσυμφορητικός decongestant
αποσύνθεση decomposition
απόσυρση withdrawal
αποτέλεσμα effect
αποτελεσματικότητα effectiveness
αποτρίχωση epilation
αποτριχωτικός depilatory
αποτύπωση imprinting
αποτυχία failure
απόφραξη obliteration
αποφυγή avoidance
απόφυση apophysis
αποχή abstinence
αποχρεμπτικός expectorant
απόχρεμψη expectoration
απύρετος apyretic
απώθηση repulsion
αραίωση dilutiοn
αράχνη spider
αργόν argon
αρθρικός articular
αρθροπλαστική arthroplasty
αρθρώνω articulate
άρθρωση articulation, joint
αρκτικόλεξο acronym
αρρενωπός virile
άρρην male
αρρυθμία arrhythmia
άρρωστος ill, sick
αρσενικό arsenic
αρσενικός masculine
αρτηρία artery
αρτηρίδιο arteriole
αρτηριοσκλήρωση arteriosclerosis
αρχέγονος primitive
αρχείο record
αρχέτυπο archetype
αρχή principle
αρωματικός aromatic
ασβέστιο calcium
ασβεστοποίηση calcification
άσβεστος lime
ασηψία asepsis
ασθένεια disease
ασθενής patient
ασθενής εξωτερικός outpatient
ασθενής εσωτερικός inpatient
άσθμα asthma
ασπερμία aspermia
ασπίδα shield
ασπιρίνη aspirin
αστιγματισμός astigmatism
αστράγαλος ankle
άσυλο hospice
ασύμβατος incompatible
ασυμμετρία asymmetry
άτρακτος spindle
ατροφία atrophy
αυλός lumen
αυνανισμός masturbation
αϋπνία insomnia
αύρα aura
αυταπάτη delusion
αυτί ear
αυτισμός autism
αυτοανοσία autoimmunity
αυτοανοσοποίηση autoimmunization
αυτοάνοσος autoimmune
αυτοσωματικό χρωμόσωμα autosοme
αυτοψία autopsy
αυχένας neck
αφασία aphasia
αφόδευση defecation
αφομοίωση assimilation
αφροδισιακός aphrodisiac
αφροδισιολόγος venereologist
αφροδίσιος venereal
αχρωματοψία achromatopsia
αψηλάφητος impalpable
άψυχος inanimate

Επιστροφή