ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ


βαζελίνη petrolatum
βαθμολογημένος graduated
βαθμολόγηση score
βαθμός point
Βάκιλλος Bacillus
βακτηρία crutch
βακτηριακός bacterial
βακτηριδιακός bacterial
βακτηρίδιο bacterium
βακτηριδιοκτόνος bactericidal
βακτήριο bacterium
βάλανος glans
βαλβίδα valve
βαρηκοία deafness
βάριο barium
βάρος weight
βαρύτητα gravity
βάση base, basis
βασικός basal, basic
βαττορισμός stuttering
βδέλλα leech
βεvζόη benzoin
βελόνη needle
βελονισμός acupuncture
βελονοειδής acicular
βηματοδότης pacemaker
βήτα beta
βήχας cough
βήχω cough
βιοϊατρική biomedicine
βιολογία biology
βιολογικός biological
βιομάζα biomass
βιομεμβράvη biomembrane
βιομόριο biomolecule
βιονική bionics
βιοφυσική biophysics
βιοχημεία biochemistry
βιοψία biopsy
βιταμίνη vitamin
βιώσιμος viable
βλάβη lesion
βλέννη mucus
βλεννογόνος mucosa
βλεννοειδής mucoid
βλεννόρροια gonorrhea
βλεννώδης mucoid
βλέφαρα cilia
βλεφαρίδα eyelash, flagellum
βλεφαριδικός ciliary, palpebralis
βλεφαρίτις palpebritis
βλέφαρο eyelid, palpebra
βοήθεια aid
βοήθημα aid
βοηθητικός accessory
βοηθός assistant
βολβός bulb
βολτ volt
βολφράμιο tungsten, wolfram
βουβώv inguen
βουβωvοκήλη inguinal hernia
βουβωνικός inguinal
βουλημία bulimia
βραγχιακός branchial
βραδυκαρδία bradycardia
βραχιόνιο (οστούv) humerus
βραχιονοκερκιδικός radiohumeral
βρέγμα sinciput
βρεγματικός parietal
βρεγματοϊvιακός occipitoparietal
βρεγματομετωπιαίος parietofrontal
βρεφοκόμος-μαία nurse-midwife
βρέφος infant
βρογχικός bronchial
βρογχιόλιο bronchiole
βρογχίτις bronchitis
βρογχοδιασταλτικός bronchodilator
βρογχοκηλογόvος goitrogenic
βρογχοπvευμοvικός bronchopulmonary
βρογχορραφή bronchorraphy
βρόγχος bronchus
βρογχοσκόπιο bronchoscope
βρογχοστένωση bronchostenosis
βρουκέλλο brucella
βρουκέλλωση brucellosis
βρόχος snare
βρυχηθμός roaring
βυθός fundus
βύσμα plug

Επιστροφή