ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ


δαγκώνω bite
δάκρυα tears
δακρυγόvος lacrimator
δακρύρροια lacrimation
δακτυλιοειδής annular
δακτύλιος ring
Δακτυλίτις Digitalis
δάκτυλο finger
δάκτυλο ποδιού toe
δαμαλίτις cowpox
δείκτης index
δενδρίτης dendrite
δένδρο tree
δεξαμεvή reservoir
δεξιός dexter
δεξιότης dextrality
δεξιόχειρ dextromanual
δεξτρόζη dextrose
δέρμα cutis, skin
δερματικός cutaneous
δερματίτις dermatitis
δερματολογία dermatology
δερματοπάθεια dermatopathy
δερματοπλαστική dermatoplasty
δερματοστιξία tattooing
δερμοειδής dermoid
δέσμη column
δεσμίδα bundle, fascicle
δεσμός bond
δήγμα bite
δηλητηρίαση intoxication, poisoning
δηλητήριο poison, venom
δηλητηριώδης deleterious
δηλωτέος notifiable
διαβατός permeable
διαβήτης diabetes
διαβητικός diabetic
διάβρωση erosion
διαβρωτικός corrosive
διαγιγνώσκω diagnose
διάγνωση diagnosis
διαγνωστική diagnostics
διάγραμμα chart, diagram, graph
διαδερμικός percutaneous
διαδικασία procedure, process
διάδοση propagation
διάζευξη disjunction
διαθερμία diathermy
διάθεση diathesis
διάθλαση refraction
διαθλώ refract
διαθωρακικός transthoracic
διαίρεση division
δίαιτα diet
διαιτολόγος dietitian
διακλαδίζομαι ramify
διακλάδωση ramification
διακριτός discrete
διακύμανση fluctuation
διάλειμμα interval
διαλείπων intermittent
διάλυμα solution
διάλυση dissolution
διαλύτης solvent
διαλυτότητα solubility
διαλύω dissolve
διάμεσος intermediate
διαμέτρημα caliber
διάμετρος diameter
διαμονή residence
διανοητικός mental
διάνοια mind
διάνοιξη incision
διαορτικός transaortic
διαπερατός permeable
διαπερατότητα permeability
διαπνοή transpiration
διαπότιση perfusion
διάρρηξη disruption
διάρροια diarrhea
διάσειση concussion
διασκορπίζω disperse
διασκορπισμός dispersion
διάσπαση disintegration
διάστημα interval
διαστολέας dilator
διαστολή diastole, dilation
διάστρεμμα sprain, strain
διαστροφή perversion
διασωλήνωση intubation
διαταραχή disorder, disturbance
διάταση dilatation, dilation
διατομή transection
διατροφή alimentation, nutrition
διαύγεια lucidity
διαφοροποίηση differentiation
διάφραγμα diaphragm, septum
διαφραγματικός septal
διαφυγή escape, shunt
διάχυση diffusion
διαχωρισμός ablation, segregation
διδάκτωρ doctor
δίδυμος twin
διεγείρω stimulate
διέγερση excitation, stimulation
διεγέρτης stimulator
διεγερτικός stimulant
διεγκέφαλος diencephalon
διεγχειρητικός intraoperative
διείσδυση penetration
διήθημα filtrate
διήθηση filtration, infiltration
διηθητικός invasive
διηθητικότητα invasiveness
διηθητός filterable
διηθώ filtrate
δικέφαλος μυς biceps
διόγκωση inflation
διοξείδιο dioxide
διοξίvη dioxin
διοξυβενζόνη dioxybenzone
διόπτρα eyeglass
διόπτρες glasses, spectacles
διόρθωση correction
διουρηθρικός transurethral
διουρητικός diuretic
διόφθαλμος binocular
διπλασιασμός duplication
διπληγία diplegia
διπλή-τυφλή double-blind
Διπλόκοκκος Diplococcus
διπλωπία diplopia
δισκάριο tray
δισκίο tablet
δισκοπάθεια discopathy
δίσκος disk
διφθερίτιδα diphtheria
διχαστικός dissociative
δίψα thirst
δόvηση vibration
δοκιμασία test
δονητής vibrator
δόντι tooth
δορυφόρος satellite
δόση dose
δοσιμετρία dosimetry
δοσολογία dosage
δότης donor
δράση action
δραστηριότητα activity
δρεπάνωση sickling
δυαδικός binary
δύναμη force
δυναμική dynamics
δυναμικό potential
δυναμόμετρο dynamometer
δυνητικός potential
δυσαναλογία disproportion
δυσανεξία intolerance
δυσαπορρόφηση malabsorption
δυσεντερία dysentery
δυσίατος intractable
δυσκαμψία rigidity
δυσκοιλιότητα constipation
δυσλαλία dyslalia
δυσλειτουργία dysfunction
δυσλεξία dyslexia
δυσουρία dysuria
δυσπεψία indigestion
δυσπλασία malformation
δύσπνοια dyspnea
δυσπραξία dyspraxia
δυστροφία dystrophy
δυστύχημα casualty
δυσφαγία dysphagia
δυσχεσία dyschezia
δωδεκαδακτυλικός duodenal
δωδεκαδάκτυλο duodenum
δωμάτιο room

 

Επιστροφή