ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ


εγγενής innate
εγγραφή registration
εγγύς proximal
έγκαυμα burn, scald
εγκεφαλικός cerebral
εγκεφαλίνη enkephalin
εγκεφαλοπάθεια encephalopathy
εγκέφαλος brain
εγκεφαλοτομία cerebrotomy
έγκλειση inclusion
εγκλιματισμός acclimation
εγκράτεια abstinence
εγχείρηση operation
εγχειρήσιμος operable
έγχυση infusion
εγώ ego
εγωϊσμός egoism
εγωκεντρικός egocentric
εθισμός addiction
εθνολογία ethnology
ειδικευμένος ιατρός specialist
ειδικευόμενος ιατρός resident, trainee
ειδικός specialist
ειδικότητα specialty
είδος species
είδωλο image
εικόνα figure, image
ειλεακός ileac
ειλεός ileum
εισβολή invasion
εισήγηση suggestion
είσοδος inlet
εισπνεόμενος inhalant
εκατονταβάθμιος centigrade
εκβλάστηση vegetation
εκβλαστητικός vegetative
έκζεμα eczema
έκθεση exposure
έκκεντρος eccentric
εκκένωση discharge
εκκόλπωμα diverticulum
εκκολπωματίτις diverticulitis
εκκρίνω secrete
έκκριση secretion
εκλαμψία eclampsia
εκμαγείο cast, mold
εκπαίδευση training
εκπαιδεύσιμος trainable
εκπνοή expiration
εκσπερμάτωση ejaculation
έκταση extension
εκτέμνω excise, resect
εκτομή abscission, excision
έκτοπος ectopic
έκτρωση abortion
έκφραση expression
εκφυλίζομαι degenerate
εκφύλιση degeneration
έκφυση origin
εκχύλισμα extract
ελαία olive
έλαιο οil
έλασμα sheet
ελατός ductile
ελάττωμα defect
έλεγχος control
έλικα helix
ελικώδης spiral
ελιξήριο elixir
έλκος ulcer
ελκώδης ulcerous
έλκωση ulceration
έλλειμμα deficit
έλλειψη defect
έλξη attraction
ελονοσία malaria
έλυτρο sheath, theca
εμβολή embolism
εμβολιασμός vaccination
εμβόλιο vaccine
έμβολο plug
έμβρυo embryo, fetus
εμβρυϊκός fetal
εμβρυολογία embryology
έμεση vomiting
έμεσμα vomit
εμετικός emetic
εμετίνη emetine
έμετος vomit
έμμηνα menses
εμμηνόπαυση menopause
εμμηνορρυσία menstruation
έμμηνος ρύση menses
εμπέδωση embedding
έμπλαστρο plaster
εμπύρετος febrile
έμφραγμα infarction
εμφύσημα emphysema
εμφύτευμα implant
εμφύτευση implantation
εναισθησία insight
εναιώρημα suspension
ενδογαμία endogamy
ενδογενής endogenous, intrinsic
ενδοθηλιακός endothelial
ενδοθήλιο endothelium
ενδοκρινής endocrine
ενδοκρινολόγος endocrinologist
ενδοκυττάριος intracellular
ενδομήτριο endometrium
ενδομητρίωση endometriosis
ενδομυϊκός intramuscular
ενδοπυελικός endopelvic
ενδορφίνη endorphin
ενδοσκόπηση endoscopy
ενδοσκόπιο endoscope
ενέργεια energy
ένεση injection
ένζυμο enzyme, ferment
ενήλικος adult
ένθεμα inlay
έννοια concept
ενόραση insight
ενούρηση enuresis
ενόχλημα complaint
ενόχληση disturbance
ενστάλλαξη instillation
έντερο bowel, gut, intestine
εντεροπάθεια enteropathy
εντεροφλεβικός enterovenous
ένωση compound, union
εξαγωγή extraction
εξαερισμός ventilation
εξάλειψη elimination
εξαλλαγή transformation
εξάνθημα eruption, rash
εξάνθηση eruption
εξάντληση exhaustion
εξαρτημένος dependent
εξάρτηση dependence
εξάτμιση vaporization
εξατομίκευση individuation
εξέλιξη evolution
εξεργασία process
εξέταση examination
έξη habit
εξίδρωση effusion
εξίσωση equation
έξοδος outlet
εξομοιωτής simulator
εξυγίανση sanitation
έξω lateral
εξωκρινής exocrine
επαγωγή induction
επάρκεια adequacy
επαφή contact
επεισόδιο episode
επέκταση extension
επέμβαση operation
επεμβατικός invasive
επεξεργασία elaboration
επιγάστριο epigastrium
επιγλωττίδα epiglottis
επιγονατίδα patella
επιδείνωση aggravation
επιδειξιομανής exhibitionist
επιδερμίδα epidermis
επίδεση dressing
επίδεσμος bandage, dressing
επιδημικός epidemic
επιδιόρθωση repair
επιθετικότης aggresion
επιθηλιακός epithelial
επιθήλιο epithelium
επικάρδιο epicardium
επικράτηση dominance
επικρατών dominant
επίκρουση percussion
επίκτητος acquired
επιληψία epilepsy
επιλογή selection
επιλόχειος puerperal
επιμόλυνση superinfection
επινεφριδιακός adrenal
επινεφριδίτις adrenalitis
επινεφρίνη epinephrine
επίπεδο plane
επιπλοκή complication
επίπτωση incidence
επίσημος official
επιστήμη science
επιταχυντής accelerator
επίχρισμα smear
επούλωση healing
επωάζω incubate
επώαση incubation
επώδυνος painful, sore
εργασιοθεραπεία occupational therapy
εργαστήριο laboratory
εργονομία ergonomics
ερεθίζω stimulate
ερεθισμός irritation, stimulation
ερεθιστικός stimulant
ερμηνεία interpretation
ερμητικός hermetic
έρπης herpes
έρπης ζωστήρ herpes zoster, shingles
ερυθρά German measles, rubella
ερυθρίαση flush
ερυθροκύτταρο erythrocyte
ευαισθησία sensitivity
ευαισθητοποίηση sensitization
ευαίσθητος sensitive, susceptible
ευδιάλυτος soluble
ευερέθιστος irritable
ευερεθιστότης irritability
ευθανασία euthanasia
ευκαμψία flexibility
ευλογιά smallpox
ευνουχίζω castrate
ευνουχισμός castration
ευνούχος eunuch
ευπάθεια susceptibility
ευπαθής susceptible
ευρετήριο index
εύρος amplitude, range
εύτηκτος fusible
ευφορία euphoria
εφεδρεία reserve
εφεδρίνη ephedrine
εφηβεία adolescence
εφιάλτης nightmare
εφίδρωση perspiration, sweating
εχεφροσύνη sanity
εχέφρων sane
έχιδνα viper
Εχινόκοκκος Echinococcus

 

Επιστροφή