ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ


ίαση cure, healing
ιατρείο (εξωτερικό) outpatient clinic
ιατρική medicine
ιατρικός medical
ιατρογενής iatrogenic
ιατροδικαστής coroner
ιατροδικαστική forensic medicine
ιατρός doctor, physician
ιγμορίτις antritis
ιγνυακός popliteal
ιδανικός ideal
ιδεοληψία obsession
ιδεολογία ideology
ιδιώτης idiot
ιδρώτας sudor, sweat
ιερό οστούν sacrum
ιλαρά measles
ίλιγγος vertigo
ίνα fiber
ινδόλη indole
ινδοξύλιο indoxyl
ινίδιο fibril
ινιδισμός fibrillation
ινική fibrin
ινίο occiput
ινοβλάστη fibroblast
ινοθήλωμα fibropapilloma
ινοκαρκίνωμα fibrocarcinoma
ινσουλίνη insulin
ινώδες fibrin
ίνωμα fibroma
ίνωση fibrosis
ιξώδης viscous
ιολογία virology
ιονισμός ionization
ιός virus
ίριδα iris
ιριδεκτομία iridectomy
ισοδύναμος equivalent
ισολευκίνη isoleukine
ισορρόπηση equilibration
ισορροπία balance, equilibrium
ισταμίνη histamine
ιστόγραμμα histogram
ιστός tissue, web
ισχαιμία ischemia
ισχιακό οστούν ischium
ισχιακός sciatic
ισχιαλγία sciatica
ισχίο hip
ισχύς power
ιχνοστοιχεία trace elements
ιώδες violet
ιώδιο iodine

 

Επιστροφή