ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ


κάθαρση dialysis
καθαρτικός cathartic, laxative
καθετήρας catheter
καθετηριασμός catheterization
καθήλωση fixation
καθίζηση sedimentation
καθορισμός determination
καθυστέρηση retardation
κακοήθεια malignancy
κακοήθης malignant, pernicious
κακοποίηση abuse
κακουχία malaise
κάκωση injury
καλαμποκέλαιο corn, oil
κάλιο kalium, potassium
καλλιέργεια culture
καλλυντικό cosmetic
καλοήθης benign
καλυπτήριος integumentary
κάματος fatigue
καμπυλότης curvature
κάμψη flexion
Κάνναβις Cannabis
κανόνας principle, rule
κανονικός normal
καντιντίαση candidiasis
καρβοξυλικό οξύ carboxylic acid
καρβοξύλιο carboxyl
καρδιά heart
καρδιακός cardiac
καρδιογράφημα cardiogram
καρδιογραφία cardiography
καρδιολογία cardiology
καρδιομεγαλία cardiomegaly
καρδιοπάθεια cardiopathy
καρκινογόνος carcinogen
καρκίνος cancer
καρκίνωμα carcinoma
καρπός carpus, wrist
κασεϊνη casein
καταβολισμός catabolism
καταγραφή record, registration
κατακράτηση retention
κατανάλωση consumption
καταπληξία shock
καταπόνηση stress
καταπονώ strain
καταπράϋνση sedation
καταπραϋντικός sedative
καταρράκτης cascade, cataract
κατασταλτικός sedative, suppressant
κατάσταση state, status
καταστολέας suppresor
καταστολή sedation, suppression
κατατεμαχισμός segmentantion
κατάχρηση abuse
κάτω γνάθος mandible
καυτηρίαση cautery
καφεϊνη caffeine
κεντριόλιο centriole
κεντρόσωμα centrosome
κέρας cornu, horn
κερατοειδής χιτώνας cornea
κερκίδα radius
κερκιδικός radial
κετόνη ketone
κετονουρία ketonuria
κετοξέα keto acids
κετοξέωση ketoacidosis
κέτωση ketosis
κήλη hernia
κινητική kinetics
κινητικός motor
κινητικότητα motility
κινητοποίηση modibization
κινίνη quinine
κίρρωση cirrhosis
κλείδα clavicle
κλειτορίδα clitoris
κληρονομικός genetic, inherited
κληρονομικότητα heredity
κλίνη bed
κλινική clinic
κλινικός clinical
κλύσμα enema
κλώνος clone
κνήμη tibia
κνησμός itching
κοβάλτιο cobalt
κοιλία ventricle
κοίλος concave
κοκαίνη cocaine
κοκκίο granule
κόκκυγας coccyx
κοκκύτης pertussis
κολεός vagina
κολλαγόνο collagen
κόλον colon
κολονοσκόπηση colonoscopy
κολπορραφή colporrhaphy
κόλπος sinus, vagina, atrium
κόλπωμα pouch
κονδύλωμα condyloma, wart
κόπρανα feces, stool
κόπωση fatigue
κορτιζόλη cortisol
κορυφαίος apical
κορυφή apex, vertex
κορύφωση climax
κουνούπι mosquito
κράμπα cramp
κρανίο cranium, skull
κροταφικός temporal
κρυολόγημα cold
κτηνιατρική veterinary medicine
κτηνιατρικός veterinary
κτηνίατρος veterinarian
κυβερνητική cybernetics
κυκλοσπορίνη cyclosporine
κυστεοειδής cystoid
κύστη cyst, bladder
κυστικός cystic, vesical
κυστίνη cystine
κυτόπλασμα cytoplasm
κυτοσίνη cytosine
κυτταρίνη cellulose
κυτταρίτις cellulitis
κύτταρο cell
κυτταρόπλασμα cytoplasm
κύφωση kyphosis
κωδείνη codeine
κώμα coma
κωματώδης comatose
κωφός deaf
κώφωση deafness, hearing loss

 

Επιστροφή