ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ


ραβδίο rod
ράβδωση streak, stria
ραβδωτός striate, striated
ραδιενέργεια radioactivity
ράδιο radium
ραδιοθεραπεία radiotherapy
ραδιολογία radiology
ραδιολόγος radiologist
ραδόνιο radon
ράμμα stitch
ραφή stitch, suture
ράχη dorsum
ραχιαίος dorsal, spinal
ραχίτις rachitis, rickets
ρέγχω snore
ρεύμα current
ρευμοτολογία rheumatology
ρευματολόγος rheumatologist
ρευστό fluid, liquid
ρευστοποίηση liquefaction
ρήξη rupture
ρητίνη resin
ριβόσωμα ribosome
ρίγος chill, rigor
ρίζα radical, radix, root
ριζικός radical, radicular
ρικέτσια rickettsia
ρινολαρυγγολογία laryngorhinology
ρινοφάρυγγας nasopharynx
ρις nose
ροχαλίζω snore
ρύθμιση calibration
ρυθμός rate, rhythm
ρυτίδα crease, ruga
ρώθων nostril

 

Επιστροφή