ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ


υβρίδωμα hybridoma
υγεία health
υγειονομικός sanitary
υγιεινή hygiene, sanitation
υδατάνθρακας carbohydrate
υδατικός aqueous
υδρογονάνθρακας hydrocarbon
υδρογόνο hydrogen
ύδωρ aqua, water
ύλη matter
υμένας mebrane
υπαλγησία hypalgesia
υπεζωκότας pleura
υπεραιμία congestion, hyperemia
υπερδραστηριότητα hyperactivity
υπερηχητικός ultrasonic
υπερηχογραφία ultrasonography
υπέρηχος ultrasound
υπεριώδης ultraviolet
υπερπλασία hyperplasia
υπέρταση hypertension
υπερτασικός hypertensive
υπέρυθρος infrared
υπερώα palate
υπνοβασία sleepwalking
ύπνωση hypnosis
υπογάστριο hypogastrium
υπογλώσσιος subglossal, sublingual
υποδερμικός hypodermic
υποδοχέας receptor
υποθάλαμος hypothalamus
υποθερμία hypothermia
υπόθεση hypothesis
υπόθετο suppository
υποκατάσταση substitution
υποκλυσμός enema
υπόλειμμα residue
υπολειπόμενος recessive
υποσυνείδητος subconscious
υπόταση hypotension
υπόφυση hypophysis, pituitary
υποχόνδρια hypochondria
ύπτιος supine
υστερεκτομή hysterectomy
υστερεκτομία hysterectomy
υστερία hysteria
ύστερο afterbirth
υστεροτομή hysterotomy
ύφεση remission

 

Επιστροφή