GLOSSARY


abduct απάγω
ablation, segregation διαχωρισμός
abortion έκτρωση
abrasion απόξεση
abscess απόστημα
abscission, excision εκτομή
absorb απορροφώ
absorbent απορροφητικός
absorption απορρόφηση
abstinence αποχή
abstinence εγκράτεια
abstract περίληψη
abuse κακοποίηση
abuse κατάχρηση
acari άκαρι
accelerator επιταχυντής
accessory βοηθητικός
acclimation εγκλιματισμός
acellular ακυτταρικός
acetaldehyde ακεταλδευδη
acetaminophen ακεταμινοφαίνη
acetone ακετόνη
achromatopsia αχρωματοψία
acicular βελονοειδής
aciniform λοβιοειδής
acinose λοβιώδης
acinus λόβιo
acne ακμή
acoustic ακουστικός
acoustics ακουστική
acquired επίκτητος
acrodynia ακροδυνία
acronym αρκτικόλεξο
action δράση
activity δραστηριότητα
acupuncture βελονισμός
adaptation προσαρμογή
addiction εθισμός
adduct προσάγω
adenalgia αδεναλγία
adenase αδενάση
adenine αδενίνη
adenography αδενογραφία
adenoid αδενοειδής
adenopathy αδενοπάθεια
adenosine αδενοσίνη
adequacy επάρκεια
adherence, adhesion προσκόλληση
adherence, fixation προσήλωση
adhesion σύμφυση
adjuvant συμπληρωματικός
adolescence εφηβεία
adrenal επινεφριδιακός
adrenalin αδρεναλίνη
adrenalitis επινεφριδίτις
adsorption προσρόφηση
adult ενήλικος
aerobe αερόβιος
aerobiosis αεροβίωση
aerophilic αερόφιλος
affection, emotion συναίσθημα
afferent προσαγωγός
affinity συγγένεια
afterbirth ύστερο
agent, factor παράγων
agglutination συγκόλληση
aggravation επιδείνωση
aggregation συσσώρευση
aggresion επιθετικότης
aging γήρανση
aid βοήθεια
aid βοήθημα
air αέρας
airway αεραγωγός
akinesia, standstill ακινησία
alcohol αλκοόλ
alcohol αλκοόλη
alcoholism αλκοολισμός
algae άλγη
alimentation, nutrition διατροφή
alkaline αλκαλικός
alkalinuria αλκαλιουρία
alkaloid αλκαλοειδές
alkalosis αλκάλωση
allergen αλλεργιογόνο
allergy αλλεργία
alopecia αλωπεκία
alveolus φατνίο
amalgam αμάλγαμα
ambidextrous αμφιδέξιος
ambilateral αμφοτερόπλευρος
ameba αμοιβάδα
amebiasis αμοιβάδωση
amino acid αμινοξύ
ammonia αμμωνία
amnesia αμνησία
amniocentesis αμνιοκέντηση
amnion άμνιο
amphetamine αμφεταμίνη
Amphibia Αμφίβια
amphigonadism αμφιγοναδισμός
ampicillin αμπικιλλίνη
amplitude, range εύρος
ampule φύσιγγα
amputation ακρωτηριασμός
amylase αμυλάση
amyloid αμυλοειδές
anabolism αναβολισμός
anaerobe αναερόβιος
anal πρωκτικός
analeptic αναληπτικό
analgesia αναλγησία
analgesic αναλγητικός
analogous ανάλογος
analysis ανάλυση
anamnesis ανάμνηση
anaphase ανάφαση
anaphylaxis αναφυλαξία
anastomosis αναστόμωση
anatomy ανατομία
androgen ανδρογόνο
anemia αναιμία
anergy ανεργία
anesthesia αναισθησία
anesthesiology αναισθησιολογία
anesthetic αναισθητικό
anesthetic αναισθητικός
aneurysm ανεύρυσμα
angina στηθάγχη
angiodysplasia αγγειοδυσπλασία
angiofibroma αγγειοϊνωμα
angiography αγγειογραφία
angioplasty αγγειοπλαστική
angiotensin αγγειοτενσίνη
angle γωνία
angulation γωνίωση
ankle αστράγαλος
ankylosis αγκύλωση
annular δακτυλιοειδής
anomaly ανωμαλία
anorectic ανορεκτικός
anorexia ανορεξία
anoxia ανοξία
antacid αντιόξινος
antagonist ανταγωνιστής
antemortem προθανάτιος
anthelmintic ανθελμινθικός
anthropocentric ανθρωποκεντρικός
anthropoid ανθρωποειδής
anthropology ανθρωπολογία
antiagglutinin αντισυγκολλητίνη
antianxiety αγχολυτικός
antianxiety αντιαγχώδης
antibiosis αντιβίωση
antibiotic αντιβιοτικό
antibody αντίσωμα
anticoagulant αντιπηκτικός
anticonvulsive αντισπασμωδικός
antidepressant αντικαταθλιπτικός
antidiuretic αντιδιουρητικός
antidote αντίδοτο
antigen αvτιγόνο
antihistamine αντιϊσταμινικό
anti-infective αντιλοιμώδης
anti-inflammatory αντιφλεγμονώδης
antioxidant αντιοξειδωτικός
antipruritic αντικνησμώδης
antipyretic αντιπυρετικός
antiseptic αντισηπτικός
antisocial αντικοινωνικός
antitoxin αντιτοξίνη
antitussive αντιβηχικός
antritis ιγμορίτις
anus πρωκτός
anxiety άγχος
aorta αορτή
apathy απάθεια
aperture άνοιγμα
apex, vertex κορυφή
aphasia αφασία
aphrodisiac αφροδισιακός
apical κορυφαίος
apnea άπνοια
apophysis απόφυση
apothecary, pharmacist φαρμακοποιός
apparatus, device συσκευή
appendectomy σκωληκοειδεκτομή
appendicitis σκωληκοειδίτις
appendix σκωληκοειδής απόφυση
apposition παράθεση
approach προσέγγιση
apyretic απύρετος
aqua, water ύδωρ
aqueous υδατικός
arc, arch, curvature τόξο
archetype αρχέτυπο
area, region περιοχή
argon αργόν
aromatic αρωματικός
arrhythmia αρρυθμία
arsenic αρσενικό
arteriole αρτηρίδιο
arteriosclerosis αρτηριοσκλήρωση
artery αρτηρία
arthroplasty αρθροπλαστική
articular αρθρικός
articulate αρθρώνω
articulation, joint άρθρωση
artificial τεχνητός
asepsis ασηψία
aspect, rib πλευρά
aspermia ασπερμία
aspiration, suction αναρρόφηση
aspirin ασπιρίνη
assimilation αφομοίωση
assistant βοηθός
association συνειρμός
association, connection σύνδεση
asthma άσθμα
astigmatism αστιγματισμός
asymmetry ασυμμετρία
atherogenesis αθηρογένεση
atheroma αθήρωμα
atheromatosis αθηρωμάτωση
atherosclerosis αθηροσκλήρωση
atrophy ατροφία
attack προσβολή
attitude, behavior συμπεριφορά
attraction έλξη
audiometry ακοομετρία
aura αύρα
auricle πτερύγιο του ωτός
auricle ωτίον του κόλπου
auscultation ακρόαση
autism αυτισμός
autoimmune αυτοάνοσος
autoimmunity αυτοανοσία
autoimmunization αυτοανοσοποίηση
autopsy αυτοψία
autosοme αυτοσωματικό χρωμόσωμα
avascular ανάγγειος
aversive απεχθής
avoidance αποφυγή
axis άξονας

 

Back