GLOSSARY


dandruff πιτυρίδα
daughter θυγατρικός
deaf κωφός
deafness βαρηκοία
deafness, hearing loss κώφωση
debility αδυναμία
decalcification απασβέστωση
decapitation αποκεφαλισμός
decerebrate απεγκεφαλίζω
decomposition αποσύνθεση
decompression αποσυμπίεση
decongestant αποσυμφορητικός
defecation αφόδευση
defect ελάττωμα
defect έλλειψη
defense άμυνα
defibrillation απινιδισμός
deficiency ανεπάρκεια
deficit έλλειμμα
deformity παραμόρφωση
degenerate εκφυλίζομαι
degeneration εκφύλιση
deleterious δηλητηριώδης
delirium παραλήρημα
delivery, labor τοκετός
delusion αυταπάτη
dementia άνοια
dendrite δενδρίτης
density πυκνότητα
deodorant αποσμητικός
dependence εξάρτηση
dependent εξαρτημένος
depilatory αποτριχωτικός
deprivation στέρηση
derivative παράγωγο
dermatitis δερματίτις
dermatology δερματολογία
dermatopathy δερματοπάθεια
dermatoplasty δερματοπλαστική
dermoid δερμοειδής
desensitization απευαισθητοποίηση
detachment αποκόλληση
detachment απόσπαση
detector ανιχνευτής
detergent απορρυπαντικός
determination καθορισμός
determination προσδιορισμός
development ανάπτυξη
deviation απόκλιση
dexter δεξιός
dextrality δεξιότης
dextromanual δεξιόχειρ
dextrose δεξτρόζη
diabetes διαβήτης
diabetic διαβητικός
diagnose διαγιγνώσκω
diagnosis διάγνωση
diagnostics διαγνωστική
dialysis κάθαρση
diameter διάμετρος
diaphragm, septum διάφραγμα
diarrhea διάρροια
diastole, dilation διαστολή
diathermy διαθερμία
diathesis διάθεση
diencephalon διεγκέφαλος
diet δίαιτα
dietitian διαιτολόγος
differentiation διαφοροποίηση
diffusion διάχυση
digestion πέψη
Digitalis Δακτυλίτις
diisruption διάρρηξη
dilatation, dilation διάταση
dilator διαστολέας
dilutiοn αραίωση
dioxide διοξείδιο
dioxin διοξίvη
dioxybenzone διοξυβενζόνη
diphtheria διφθερίτιδα
diplegia διπληγία
Diplococcus Διπλόκοκκος
diplopia διπλωπία
disability αναπηρία
discharge, evacuation εκκένωση
discharge, excretion απέκκριση
discopathy δισκοπάθεια
discrete διακριτός
disease ασθένεια
disease πάθηση
disinfectant απολυμαντικός
disinfection απολύμανση
disintegration διάσπαση
disjunction διάζευξη
disk δίσκος
disorder, disturbance διαταραχή
disperse διασκορπίζω
dispersion διασκορπισμός
disproportion δυσαναλογία
dissect ανατέμνω
dissection ανατομή
dissociative διχαστικός
dissolution διάλυση
dissolve διαλύω
distal απομακρυσμένος
distance απόσταση
distillation απόσταξη
disturbance ενόχληση
diuretic διουρητικός
diurnal ημερήσιος
diverticulitis εκκολπωματίτις
diverticulum εκκόλπωμα
division διαίρεση
dizziness ζάλη
doctor διδάκτωρ
doctor, physician ιατρός
dolor, pain πόνος
dominance επικράτηση
dominant επικρατών
donor δότης
dorsal, spinal ραχιαίος
dorsum ράχη
dosage δοσολογία
dose δόση
dosimetry δοσιμετρία
double-blind διπλή-τυφλή
drainage παροχέτευση
dressing επίδεση
drowning, suffocation πνιγμός
drug, medicine φάρμακο
ductile ελατός
dull αμβλύς
dulness αμβλύτητα
duodenal δωδεκαδακτυλικός
duodenum δωδεκαδάκτυλο
duplication διπλασιασμός
dye, pigment, stain χρωστική
dynamics δυναμική
dynamometer δυναμόμετρο
dyschezia δυσχεσία
dysentery δυσεντερία
dysfunction δυσλειτουργία
dyslalia δυσλαλία
dyslexia δυσλεξία
dyspepsia, indigestion δυσπεψία
dysphagia δυσφαγία
dysplasia, malformation δυσπλασία
dyspnea δύσπνοια
dyspraxia δυσπραξία
dystrophy δυστροφία
dysuria δυσουρία

 

Back