GLOSSARY


gallblader χοληδόχος κύστη
gallon γαλλόvιο
gamma γάμμα
ganglion γάγγλιο
gangrene γάγγραιvα
gap χάσμα
gas αέριο
gastrin γαστρίνη
gastritis γαστρίτις
gastroenteritis γαστρεντερίτις
gastroenterology γαστρεντερολογία
gastrorrhagia γαστρορραγία
gastrotomy γαστροτομή
gauze γάζα
gelatin ζελατίνη
gender γέvος
gene γονίδιο
generation γεvεά
generator γεννήτρια
generic γεvικός
genesis γέvεση
genetic, inherited κληρονομικός
genetics γεvετική
genic γονιδιακός
genital, genetic γεννητικός
genitalia γεννητικά όργαvα
genome γονιδίωμα
geriatrics γηριατρική
germ, seed σπόρος
German measles, rubella ερυθρά
gerontology γεροντολογία
gigantism γιγαντισμός
gland αδένας
glandule αδένιο
glans βάλανος
glass γυαλί
glasses γυαλιά
glasses, spectacles διόπτρες
glaucoma γλαύκωμα
globin γλοβίνη
globule σφαιρίδιο
glottis γλωττίδα
glucagon γλυκαγόνη
glucan γλυκάνη
glucose γλυκόζη
glycemia γλυκαιμία
glyceride γλυκερίδιο
glycerln γλυκερίvη
glycerol γλυκερόλη
glycogen γλυκογόνο
glycolysis γλυκόλυση
glycopenia γλυκοπενία
goitrogenic βρογχοκηλογόvος
gonococcus γονόκοκκος
gonorrhea βλεννόρροια
gout, podagra ποδάγρα
graduated βαθμολογημένος
gram γραμμάριο
granule κοκκίο
gravity βαρύτητα
gray γκρίζος
gryposis γρύπωση
guanine γουανίνη
guanosine γουονοσίνη
gustatory γευστικός
gymnastics γυμναστική
gynecic γυναικείος
gynecology γυναικολογία
gynephobia γυναικοφοβία
gοnοrrhea γονόρροια

 

Back