GLOSSARY


iatrogenic ιατρογενής
ideal ιδανικός
identification ταυτοποίηση
identity ταυτότητα
ideology ιδεολογία
idiot ιδιώτης
ileac ειλεακός
ileum ειλεός
ilium λαγόνιο οστούν
ill, sick άρρωστος
image είδωλο
imaging απεικόνιση
imbalance ανισορροπία
imbecility ηλιθιότης
immobilization ακινητοποίηση
immune άνοσος
immunity ανοσία
immunization ανοσοποίηση
immunobiology ανοσοβιολογία
immunocyte ανοσοκύτταρο
immunodeficiency ανοσοανεπάρκεια
immunogen ανοσογόνο
immunology ανοσολογία
impalpable αψηλάφητος
impermeable αδιαπέραστος
implant εμφύτευμα
implantation εμφύτευση
impotence ανικανότητα
imprinting αποτύπωση
impulse παρόρμηση
impulsion παρορμητικότητα
inactivation αδρανοποίηση
inanimate άψυχος
inarticulate άναρθρος
inarticulate ανάρθρωτος
incarcerated περιεσφιγμένος
incest αιμομιξία
incidence επίπτωση
incidence, frequency συχνότητα
incident συμβάν
incision διάνοιξη
incisor, section τομέας
inclusion έγκλειση
incompatible ασύμβατος
incompetent ανεπαρκής
incontinence ακράτεια
incubate επωάζω
incubation επώαση
incurable αθεράπευτος
incurable ανίατος
index δείκτης
index ευρετήριο
indigestion απεψία
individuation εξατομίκευση
indole ινδόλη
indoxyl ινδοξύλιο
induction επαγωγή
inert αδρανής
inertia αδράνεια
infant βρέφος
infarction έμφραγμα
infection λοίμωξη
infertility, sterility στειρότητα
inflammation φλεγμονή
inflation διόγκωση
influenza γρίππη
infrared υπέρυθρος
infusion έγχυση
inguen βουβώv
inguinal βουβωνικός
inguinal hernia βουβωvοκήλη
inhalant εισπνεόμενος
inhibition αναστολή
injection ένεση
injury κάκωση
injury, trauma, wound τραύμα
inlay ένθεμα
inlet είσοδος
innate εγγενής
innominate ανώνυμος
inoperable ανεγχείρητος
inorganic ανόργανος
inorganic acid ανόργανο οξύ
inpatient ασθενής εσωτερικός
insanity φρενοβλάβεια
insertion πρόσφυση
insight εναισθησία
insight ενόραση
insoluble αδιάλυτος
insomnia αϋπνία
instillation ενστάλλαξη
insulin ινσουλίνη
integration απαρτίωση
integumentary καλυπτήριος
interaction αλληλεπίδραση
intermediate διάμεσος
intermittent διαλείπων
internal medicine παθολογία
internist παθολόγος
interpretation ερμηνεία
interval διάλειμμα
interval διάστημα
intervention παρέμβαση
intolerance δυσανεξία
intoxication, poisoning δηλητηρίαση
intracellular ενδοκυττάριος
intractable δυσίατος
intramuscular ενδομυϊκός
intraoperative διεγχειρητικός
intubation διασωλήνωση
invasion εισβολή
invasive διηθητικός
invasive επεμβατικός
invasiveness διηθητικότητα
iodine ιώδιο
ionization ιονισμός
iridectomy ιριδεκτομία
iris ίριδα
irradiate ακτινοβολώ
irritability ευερεθιστότης
irritable ευερέθιστος
irritation, stimulation ερεθισμός
ischemia ισχαιμία
ischium ισχιακό οστούν
isolation απομόνωση
isoleukine ισολευκίνη
itching κνησμός

 

Back