GLOSSARY


pacemaker βηματοδότης
pain άλγος
painful, sore επώδυνος
painless ανώδυνος
palate υπερώα
pallor ωχρότητα
palm παλάμη
palpation ψηλάφηση
palsy, paralysis παράλυση
pancreas πάγκρεας
pancreatin παγκρεατίνη
pancreatitis παγκρεατίτις
panic πανικός
paracentesis, puncture παρακέντηση
paradox παράδοξο
paraffin παραφίνη
parameter παράμετρος
paranoia παράνοια
paraplegia παραπληγία
parasite παράσιτο
parathion παραθείο
parathyroid παραθυρεοειδής
parenchyma παρέγχυμα
parenteral παρεντερικός
paresthesia παραισθησία
parietal βρεγματικός
parietofrontal βρεγματομετωπιοίος
parkinsonism παρκινσονισμός
paroccipital παραϊνιακός
parotid παρωτίδα
paroxysm, seizure παροξυσμός
patella επιγονατίδα
pathogen παθογόνος
pathogenesis παθογένεια
pathogenesis παθογένεση
pathologic παθολογικός
patient ασθενής
pediatrics παιδιατρική
pediculus, louse φθείρα
pedigree γεvεαλογικό δέvδρο
pelvis πύελος
penetration διείσδυση
penicillin πενικιλλίνη
penis πέος
peptide πεπτίδιο
perception αντίληψη
percussion επίκρουση
percutaneous διαδερμικός
perfusion διαπότιση
pericardium περικάρδιο
perinatal περιγεννητικός
perineum περίνεο
period, term περίοδος
periodicity περιοδικότητα
periosteum περιόστεο
peristaphyline περισταφυλικός
peritoneum περιτόναιο
permeability διαπερατότητα
permeable διαβατός
permeable διαπερατός
peromelia πηρομέλεια
personality προσωπικότητα
perspiration, sweating εφίδρωση
pertussis κοκκύτης
perversion διαστροφή
pes πους
petrolatum βαζελίνη
phagocyte φαγοκύτταρο
phalanx φάλαγγα
phallus φαλλός
pharmaceutical φαρμακευτικός
pharmacognosy φαρκακογνωσία
pharmacy φαρμακευτική
pharyngeal φαρυγγικός
pharynx φάρυγγας
phase, stage φάση
phenol φαινόλη
phlegm φλέγμα
phobia φοβία
phosphate φωσφορικός
photon φωτόνιο
photosensitive φωτοευαίσθητος
physical, somatic σωματικός
physiologic φυσιολογικός
physiologist φυσιολόγος
physiology φυσιολογία
physiotherapist φυσιοθεραπευτής
pigmentation χρώση
pill χάπι
pint πίντα
pitch, tar πίσσα
placenta πλακούντας
plague πανώλη
plane επίπεδο
plaque, plate πλάκα
plasma πλάσμα
plasma cell πλασματοκύτταρο
plaster γύψος
plaster έμπλαστρο
platelet αιμοπετάλιο
pleura υπεζωκότας
pleurisy, pleuritis πλευρίτις
plexus πλέγμα
plug βύσμα
plug έμβολο
pneumonia πνευμονία
pneumonic, pulmonary πνευμονικός
podiatry, chiropody ποδιατρική
point βαθμός
poison, venom δηλητήριο
polarity πολικότης
polarization πόλωση
pole πόλος
poliomyelitis πολιομυελίτις
pollex, thumb αντίχειρας
polyp πολύποδας
polypeptide πολυπεπτίδιο
polysaccharide πολυσακχαρίτις
pons γέφυρα
popliteal ιγνυακός
poradenitis ποραδενίτις
porous πορώδης
portal πυλαίος
position, site, situs θέση
positive θετικός
posology ποσολογία
potable πόσιμος
potential δυναμικό
potential δυνητικός
pouch κόλπωμα
power ισχύς
practice πρακτική
predisposition προδιάθεση
premaxillary προγναθικός
premenstrual προεμμηνορρυσιακός
premolar προγόμφιος
prenatal προγεννητικός
preoperative προεγχειρητικός
prepuce ακραποσθία
presciption, formula συνταγή
presenility, progeria προγηρία
presentation, projection προβολή
pressure, stress πίεση
preventive προληπτικός
primitive αρχέγονος
primitive πρωτόγονος
principle αρχή
principle, rule κανόνας
procedure, process διαδικασία
process εξεργασία
product προϊόν
productive παραγωγικός
profile περίγραμμα
profile προφίλ
prognosis πρόγνωση
proliferation πολλαπλασιασμός
promontory ακρωτήριο
prone πρηνής
propagation διάδοση
prophase πρόφαση
prostate προστάτης
prosthesis πρόσθεση
protective προστατευτικός
protein πρωτείνη
protocol πρωτόκολλο
protoplasm πρωτόπλασμα
provitamin προβιταμίνη
proximal εγγύς
psychiatry ψυχιατρική
psychoanalysis ψυχανάλυση
puberty ήβη
pudendum, vulva αιδοίο
puerperal επιλόχειος
pulp πολφός
pulse σφυγμός
pump αντλία
pus πύο

 

Back